129

 

IMG_5385color


Ολο μου τη σπάτε

Σας βλεπω χρόνια τώρα να αιωρείστε

Σιχαμένα χαμόγελα και άρρωστα αστεία

σας μισώ και ολο φεύγω

γι’αυτο φεύγω

αν με ρωτας γιατι φεύγω

ειναι γι’αυτό σου λέω

στο λεω και στο ξαναλέω και δεν μ’ ακούς

γιατί δεν ακούς?

 

Τι αλλο να κάνω διάολε

Πήγα και ταξίδια πήγα και σε φεστιβάλ

Ξέρω γω τα ίδια σκατά

Παντού μπουλούκια και νοήματα και λέξεις

Που δε καταλαβαίνω

Και στο λέω τόσα χρόνια οτι δεν καταλαβαίνω

Κι επιμένεις να μου εξηγείς

Γιατι μου εξηγείς?

 

Δεν είναι αυτό δεν εισαι εσύ δεν είμαι εγώ

Ειναι η κατάσταση

Γαμημένη κατάσταση

Και πως να φύγω που μου την εχουν στημένη στη γωνία

Τα DNA και η γραφειοκρατία

Αμα φύγω πιο μακριά λενε θα με ακολουθήσουν

Κι εγω δε θέλω να με ακολουθήσουν

Ούτε λευκή ταινία και κισλόφσκυ και βραβεία

Ούτε τσεκ ιν και σελφι στη κηδεία

Ούτε κρίμα ουτε δάκρυα και τα ρέστα

Να με αφησετε στη θαλασσα μεχρι το μπλε να γινει ενα

Σα τη ταινια που ειχα δει μικρη στον Αντ1.

 

 

Advertisements

Έρωτας στους 2 τροχούς

Screen shot 2014-03-30 at 20.55.09


Ωρα 11:45π.μ.Λεωφόρος Βουλιαγμένης.Ρεύμα προς κέντρο.Βρισκομαι στη δεξιά λωρίδα.Το βεσπάκι εχει πατήσει τα 70 μόλις και μετα βίας.Αναγκάζομαι να κόψω ταχύτητα γιατι βρίσκομαι μπροστά σε αδιέξοδο.Στα αριστερά νταλίκα.Μπροστά μου ενα παπάκι.Οχι το κίτρινο το χαριτωμένο.Εκείνο το λιγδιάρικο – σημα κατατεθέν ταλαίπωρου χαμηλόμισθου(ή μαθητή Β’Λυκειου που εχει μείνει στην ίδια τάξη 4 φορές).Μα γιατί πάει τόσο σιγα ο μαλάκας?Αναρωτιέμαι,καθώς αναγκάζομαι να προσαρμοστώ στα 25 χ.μ το μήνα (ή αλλιώς, η ταχύτητα με την οποία πορευόταν ο μαλάκας), μην αφήνοντας μου αλλη επιλογή απο το να τον πηγαίνω κωλοφεράτζα που λέει και ο σοφός λαός.Κι εκεί που αρχίζουν οι πίσω να με στολίζουν που παω σαν κότα,το βλεμμα μου συναντά κατι που μοιαζει με ενα κουβάρι χερια σφιχταγκαλιασμένα.Μάλιστα.Ο αναβάτης του παπακίου, κρατα με το δεξί χέρι τη μανέτα και με το αριστερό, το χέρι της συνοδηγού.Ένα κυμα απέχθειας με διαπερνάει και μου ανακατεύει τα σωθικά.Η νταλίκα αποφασίζει να αλλάξει λωρίδα κι ετσι εχω το δρομο ελεύθερο να προσπεράσω αυτην την τρυφερή εικόνα αγάπης και να φτάσω μια ώρα αρρχύτερα στη ΙΗ’ Αθηνων.Προσπερνώ με τα μάτια καρφωμένα στο ερωτευμένο ζευγάρι της ασφάλτου.Έχω σκοπό να αφήσω μαζι με το καυσαέριο μου και τη κλασσική ατάκα ανωτερότητας που συνηθίζεται στους δρόμους της Αθήνας εν ώρα αιχμής:¨Αιντε παλιομαλακα, άιντε…Κι εκεί που ετοιμάζομαι να αμολήσω το δηλητήριο μου παρατηρώ το εξής.Το ζευγάρι – οχι αφηρημένο – μα βαθιά παρασυρμενο σε ενα κόσμο που όλοι εμείς, ξινοί, αγχωμένοι, με τα μάτια ζαρωμένα απο κακία και απογοήτευση, δεν είμαστε παρα ασήμαντα παράσιτα,που αξίζουμε αν οχι τον οίκτο τους, τουλάχιστον την αδιαφορία τους.Σ’αυτόν τον κόσμο σκέφτηκα, το λιγδιασμένο Ηοντα ειναι η άμαξα του παραμυθιού, η μπύρα απο το περίπτερο το νέκταρ των θεών και η τυρόπιτα του γρηγόρη το κυρίως πιάτο στο εστιατόριο του Μεγάλη Βρετάνια.Σ’αυτα τα κλάσματα του δευτερολέπτου αναρωτήθηκα γιατι δεν είμαι κι εγω εκεί,οπου το νέφος είναι απλα μια απόχρωση του γκρί πανω στον καταγάλανο ουρανο της Αθήνας, η Ομόνοια ειναι μια αλλη φοντανα ντι τρεβι , η Αθηνάς μια συμφωνία εξωτικών ευωδιών και η Λιοσίων μια τσουλήθρα που καταλήγει στο μουσείο Σύγχρονης τέχνης.Αυτη την απρόσμενη περισυλλογή μου, διέκοψε, – επίσης απρόσμενα – η νταλίκα, η οποια αποφάσισε να αλλάξει πάλι λωρίδα, αυτη τη φορά όμως αψηφώντας την αμελητέα ποσότητα- εμένα εννοώ.Απο τη τρομάρα μου, ξέχασα τον εσωτερικό μου μονόλογο και γκάζωσα αστραπιαία να γλυτώσω απο τον σίγουρο θάνατο.Φτάνω στο φανάρι και πιάνω τον εαυτό μου να αναζητά με την άκρη του ματιού μου το ζευγάρι της ασφάλτου.Προς θεού,δεν ευχήθηκα να τους εχει πατήσει η νταλίκα(εντάξει μου πέρασε απ’το μυαλό)αλλα να, 2-3 γρατζουνιές να τους ξυπνήσει απ’το όνειρο δε θα ταν κι άσχημες.Τελικά αντι για το ζευγαρι αντικρύζω δίπλα μου εναν πικραμένο 40άρη πάνω σε ενα επίσης ταλαίπωρο δίκυκλο.Λίγο πριν ανάψει το πράσινο με κοιτάει με ύφος ειρωνικό και χαιρέκακο.Αυτό το ύφος που συνδυάζει πονηριά και χαριτωμένη κακία, που μονο ο σωστός ο “Έλληνας” ξέρει να αποδώσει.”Εγω τους δίνω το πολύ 2 μήνες”,μου λέει. Χαμογελάει επιδεικτικά κι αφήνει να φανούν 3 επιχρυσωμένα δόντια, κι αλλα τοσα κίτρινα,σχεδον πορτοκαλί,μη σου πω καφέ.Ανταποδίδω το χαμόγελο και μια ανακουφιση με διαπερνάει.Θέλω να του πω ευχαριστώ αλλα  με προλαβαίνει το πράσινο.